Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στά σκοτεινά σ’ αυτά που ‘ναι να γίνουν και στ’
αλλοτινά κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα τα νύχια μου τα μώβ σαν τα
κυκλάμινα.
Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν’ ακούει
δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια
παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιό θλιμμένη τότε. Και
στις δισκοθήκες, πιό νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία. Μ’ αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σα να γίνεται
κάτι αλλού - που μόνο αυτή τ’ ακούει και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά,
δακρύζει, αλλά δεν είναι ε κ ε ί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.
Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου ‘λεγε “θυμάσαι;” Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα
όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα - πώς να το πω : απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα - κει που δεν το περίμενα καθόλου. Έλεγα “μπα θα συνηθίσω” . Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι
άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά
φαίνεται, το παράκανα. Επειδή - δεν ξέρω - κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα
έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο
χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…
Maria-Nefeli by Elytis